Απότομη αύξηση του συνολικού αριθμού καρκινωμάτων και δυσπλασίας που ανιχνεύθηκαν από οδοντιάτρους

by manager
 

Απότομη αύξηση του συνολικού αριθμού καρκινωμάτων και δυσπλασίας που ανιχνεύθηκαν από οδοντιάτρους

 

Τορόντο, Καναδάς: Nέα έρευνα έδειξε ότι οι οδοντίατροι παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην διάγνωση του καρκίνου του στόματος. Μετά από έρευνα 11 ετών που διεξήχθει στην καναδική επαρχία του Oντάριο οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι οι οδοντίατροι της περιοχής έχουν ανιχνεύσει τα περισσότερα περιστατικά καρκίνου του στόματος και προκαρκινικά περιστατικά που έχουν ανιχνευθεί ποτέ. Η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου αυξάνει τις πιθανότητες μιας πετυχημένης θεραπείας και γι αυτό μπορεί και να σώσει την ζωή του ασθενούς.

Στη μελέτη, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Τορόντο εξέτασαν 63.483 βιοψίες που υποβλήθηκαν στο Τμήμα Οδοντιατρικής Υγείας του Τορόντο και στην στοματική παθολογική υπηρεσία (TOPS) μεταξύ του 2005 και του 2015. «Θέλαμε να εξετάσουμε το εύρος των στοματικών βιοψιών που πραγματοποίησαν, τί βλεπουν στην πράξη », δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Marco Magalhaes, καθηγητής στη Σχολή Οδοντιατρικής και παθολόγος στοματικής υγείας στο TOPS. Τα δεδομένα βιοψίας από το TOPS στη συνέχεια συγκρίθηκαν με τους αριθμούς που συλλέχθηκαν από το Μητρώο καρκίνων του Οντάριο, το οποίο παρακολουθεί όλες τις αναφερθείσες περιπτώσεις καρκίνου στην επαρχία.

Τα δεδομένα έδειξαν μια απότομη αύξηση του συνολικού αριθμού των καρκινωμάτων και της δυσπλασίας που ανιχνεύθηκαν από τους οδοντιάτρους. Συνολικά, 828 περιπτώσεις καρκίνου του στόματος διαγνώστηκαν από το TOPS μεταξύ 2005 και 2015, μαζί με 2.679 προκακοήθεις βλάβες. Ωστόσο, το ποσοστό ανίχνευσης καρκίνου του στόματος από τους επαγγελματίες της στοματικής υγείας αυξήθηκε σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Το 2005, μόνο 56 περιπτώσεις καρκίνου του στόματος και 99 περιπτώσεις στοματικής επιθηλιακής  δυσπλασίας ανιχνεύθηκαν μέσω βιοψίας. Μέχρι το 2015, ο αριθμός των καρκίνων σχεδόν διπλασιάστηκε και αυξήθηκε σε 103 περιπτώσεις καρκίνου του στόματος. Οι περιπτώσεις δυσπλασίας τριπλασιάστηκαν από το 2005 και αυξήθηκαν σε 374 περιπτώσεις. “Αυτοί οι αριθμοί είναι σημαντικοί επειδή ο αριθμός των διαγνωσμένων περιπτώσεων ξεπέρασε και την αύξηση του πληθυσμού στο Οντάριο και τον αυξανόμενο αριθμό των οδοντιάτρων με άδεια άσκησης επαγγέλματος στο Οντάριο”, δήλωσε ο Magalhaes.

Ο αριθμός των περιπτώσεων που εντοπίστηκαν στο TOPS αυξήθηκε κατά 180%, μια αρκετά υψηλότερη αύξηση σε σχέση με τη συνολική αύξηση του 30% των περιστατικών καρκίνου του στόματος που καταγράφηκε στην επαρχία κατά την ίδια περίοδο. Το Κέντρο για την θεραπεία του καρκίνου (Cancer Care) του Oντάριο κατέγραψε συνολικά 9.045 περιπτώσεις καρκίνου του στόματος μεταξύ 2005 και 2015.

Σύμφωνα με τον Magalhaes, τα ολοκληρωμένα προγράμματα κατάρτισης και συνεχούς εκπαίδευσης για τους επαγγελματίες του τομέα της στοματικής υγείας μπορούν να εξηγήσουν γιατί οι οδοντίατροι στο Οντάριο διαδραματίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στην έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου. Ενώ οι προχωρημένοι καρκίνοι του στόματος είναι αρκετά εύκολο να ανιχνευθούν, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τις προμαγνητικές βλάβες και τον πρώιμο καρκίνο, οι οποίοι είναι κρίσιμοι για τα ποσοστά επιβίωσης. Αυτοί είναι πιο δύσκολο να εντοπιστούν χωρίς εξειδικευμένη κατάρτιση, εξήγησε.

Σύμφωνα με την Καναδική Εταιρεία Καρκίνου, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία στα πρώιμα στάδια του καρκίνου του στόματος είχαν τα υψηλότερα ποσοστά επιβίωσης, μεταξύ 75-93% σε διάστημα άνω των πέντε ετών, ανάλογα με την περιοχή του όγκου. Όταν ο καρκίνος δεν διαγνωστεί εγκαίρως ο αριθμός αυτός πέφτει περίπου στο ποσοστό 38-63%.

Η έρευνα με τίτλο “Increase in detection of oral cancer and precursor lesions by dentists: Evidence from an oral and maxillofacial pathology service,” δημοσιεύθηκε online 25 Απριλίου του 2019 στην Journal of the American Dental Association.

 

Πηγή: Dental Tribune International

 

Ο φόβος οδηγεί σε χειρότερα δόντια;

by manager

 

Ο φόβος οδηγεί σε χειρότερα δόντια;

Δρέσδη, Νέα έρευνα

Άγχος και φοβίες συχνά  οδηγούν στο να αναβάλλουμε ή να αποφεύγουμε να κάνουμε αυτά που μας φοβίζουν.

Όταν φοβόμαστε τον οδοντίατρο αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να επηρεαστεί αρνητικά και η στοματική υγεία του ασθενή.

Κατά πόσο αυτό ισχύει ερευνούν τώρα οι επιστήμονες.

Στην Δρέσνη, οι επιστήμονες του ιατρικού τομέα του Carl Gustav Carus der TU  έχουν συλλέξει για αυτήν την έρευνα στοιχεία από 1.549 ασθενείς, τα τελευταία τρία χρόνια.

Οι ασθενείς που συμμετείχαν στην έρευνα ήταν 18-88 χρονών και σε ποστό 56% γυναίκες. Μέσα απο ερωτηματολόγια εκτιμήθηκε πόσο ισχυρός ήταν ο φόβος τους για τον οδοντίατρο.

 

Η εξέταση της στοματικής υγείας τους έγινε βάσει των δεικτών

DMF-T-(decayed, missing, filled tooth) oder DMF-S-(decayed, missing, filled surfaces).

Ο δείκτης DMF-T μετράει το κάθε δόντι μια φορά, ενώ ο δείκτης DMF-S μετράεικαρωτικές αλλοιώσεις σε προσεγγιστικές / ομαλές επιφάνειες μαζί.

 

Όπως αποδείχθηκε, η αξιολόγηση με τον δείκτη DMF-T ήταν λιγότερο σημαντική.

Αντίθετα, τα δεδομένα του DMF-S παρείχαν στους ερευνητές μια σημαντική σχέση μεταξύ της στοματικής υγείας και του οδοντικού άγχους-φόβου.

 

Όσο πιο μεγάλος ο φόβος των ασθενών, τόσο υψηλότερος είναι ο μέσος αριθμός των κατεστραμμένων επιφανειών στα δόντια αλλά και των επιφανειών που λείπουν.

Ο αριθμός των γεμάτων δοντιών, ωστόσο, δεν μπορούσε να συσχετιστεί με τον φόβο-στρες.

Αυτό υποδηλώνει ότι οι ανήσυχοι ασθενείς καθυστερούν την επίσκεψη στον οδοντίατρο πάρα πολύ καιρό, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να σωθούν πλέον τα δόντια. Οι ερευνητές επίσης επισημαίνουν ότι οι ασθενείς με ακραίες ανησυχίες μπορεί να μην έχουν συμπεριληφθεί στη μελέτη, αφού η συμμετοχή στη μελέτη θα τους κοστίσει ακόμα περισσότερο για να ξεπεράσουν ή να αποφύγουν εντελώς τη θεραπεία.

Τα αποτελέσματα της μελέτης έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό Head & Face Medicine.

 

Πηγή: https://de.dental-tribune.com/news/studie-untersucht-ob-angstpatienten-schlechtere-zahne-haben/

Συσχέτιση καπνίσματος με υποδοντία

by manager

 

Συσχέτιση καπνίσματος με υποδοντία

 

Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε από ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Otago της Νέας Ζηλανδίας βρέθηκε πως γυναίκες που καπνίζουν περισσότερα από 10 τσιγάρα την ημέρα κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την ανάπτυξη των δοντιών των παιδιών τους. Στη μελέτη εξετάστηκαν 83 παιδιά με υποδοντία-που ορίστηκε στη μελέτη ως η αναπτυξιακή απουσία έως και πέντε μονίμων δοντιών-και συγκρίθηκαν με 253 παιδιά χωρίς αυτή την κατάσταση. Οι μητέρες των παιδιών ανάφεραν τα επίπεδα έκθεσής τους σε ενεργητικό και παθητικό κάπνισμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μαζί με την πρόσληψη καφεΐνης και αλκοόλ.

Ο επικεφαλής της έρευνας καθηγητής M. Farella, ανέφερε ότι η υποδοντία συσχετιζόταν θετικά με το κάπνισμα. Στη μελέτη δε βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ της κατάστασης και της κατανάλωσης αλκοόλ ή καφεΐνης.

διαβάστε περισσότερα στο Dental Tribune Greece…